corticosteroids
Τα κορτικοστεροειδή αποτελούν μια κατηγορία φαρμάκων, που ανήκουν στα αντιφλεγμονώδη.

Παρότι είναι καταβολικά στο μυϊκό σύστημα, εντούτοις αποβαίνουν χρήσιμα στους αθλητές αντοχής (μαραθώνιος, τρίαθλο, ποδηλασία).

Η δράση τους είναι καταπραϋντική στο μυοσκελετικό σύστημα και δρουν αναρρωτικά.

Επιπλέον, τα κορτικοστεροειδή και συγκεκριμένα τα γλυκοκορτικοστεροειδή (κορτιζόνη) παρέχουν άμεση ενέργεια μέσω απελευθέρωσης γλυκόζης.

Η διαδικασία αυτή λαμβάνει χώρα στο ήπαρ, μέσω της νεογλυκογένεσης και παραγωγής γλυκόζης από τα αμινοξέα.

Ακόμα τα κορτικοστεροειδή χρησιμοποιούνται σε βαριές κρίσεις βρογχικού άσθματος ή ΧΑΠ, οι οποίες δεν αντιμετωπίζονται μόνο με τη των χρήση β2 διεγερτών, αλλά και ως προφυλακτικά  αντιφλεγμονώδη φάρμακα για την πρόληψη των κρίσεων ( ελάττωση συχνότητας και βαρύτητας των παροξύνσεων).

Βελτιώνουν την αναπνευστική λειτουργία, ελαττώνουν τη βρογχική υπεραντιδραστικότητα, ελέγχουν την φλεγμονή και αυξάνουν τη μέγιστη πρόσληψη οξυγόνου ( μέσω αύξησης της μέγιστης εκπνευστικής ροής ανά sec- FEV 1).

Η κορτιζόνη είναι το κύριο γλυκοκορτικοστεροειδές, ενώ η αλδοστερόνη το μείζον αλατοκορτικοστεροειδές.

Η πρώτη είναι υπεύθυνη για τη γλυκαιμία, ενώ η δεύτερη για την κατακράτηση νατρίου και νερού, αλλά  και την απέκκριση καλίου.

Σε βάθος χρόνου, η κατάχρηση κορτιζόνης οδηγεί σε αντίσταση στην ινσουλίνη και απορρύθμιση του σακχαρώσους διαβήτη και στο  ιατρογενές σύνδρομο Cushing με κεντρικού τύπου  συσσώρευση λίπους και οίδημα  (ιδιάζουσα κατανομή και στον αυχένα, το κορμό και την κοιλιακή χώρα-πανσεληνοειδές προσωπείο JFK) .

Άλλες μακροπρόθεσμες ανεπιθύμητες ενέργειες αποτελούν το γαστρικό έλκος, η οστεοπενία- οστεοπόρωση, η υπέρταση, οι ψυχωσικές εκδηλώσεις, η ευαισθησία στις μικροβιακές και μυκητιασικές λοιμώξεις, η αναστολή της φλοιοεπινεφριδικής λειτουργίας και ο δευτεροπαθής υπογοναδισμός στους άνδρες.

H συγκέντρωση των οιστρογόνων είναι ανάλογη εκείνης της καταβολικής κορτιζόλης.

Όταν η λειτουργία του ενζύμου αρωματάση καταστέλλεται, ελαττώνεται και η παραγωγή του μείζονος γλυκοκορτικοστεροειδούς.

Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι, η αυξημένη κορτιζόλη οδηγεί σε φαινόμενα κατακράτησης ύδατος ενδομυϊκά και λιπογένεσης, κάτι που χαρακτηρίζει το φαινόμενο της αρωματοποίησης.

Μάλιστα το φάρμακο αμινογλουτεθιμίδη, που χρησιμοποιούσε ο Andreas Muntzer ως καταστολέα της κορτιζόλης, είχε ως χρήση ένδειξης τον καρκίνο του μαστού.

Αυτό λίγο καιρό πριν κυκλοφορήσουν οι εξελιγμένοι αναστολείς της αρωματάσης.

Η αμινογλουτεθιμίδη αναστέλλει τη μετατροπή της χοληστερόλης σε προγλενολόνη, οπότε μειώνεται η σύνθεση των κορτικοστεροειδών.

Συμπερασματικά λοιπόν, η αμινογλουτεθιμίδη καταστέλλοντας την αρωματάση και τα οιστρογόνα, καταστέλλει και την κορτιζόλη.

Αυτό δίνει μια πιο σκληρή και στεγνή όψη, ενώ χρησιμοποιείται την τελευταία περίοδο πριν τον αγώνα, ως αντικαταβολικό μέτρο στο μυϊκό καταβολισμό.

Όμως η απουσία κορτιζόλης, κοστίζει σε αντιφλεγμονώδη δράση και ανάρρωση, σε υπόταση και υπογλυκαιμία.

Το φάρμακο αυτό επειδή μειώνει τη σύνθεση κορτιζόλης, καταστέλλει τον υποθαλαμικό υποφυσιακό επινεφριδιακό (HPA) άξονα, αυξάνοντας την απελευθέρωση της κορτικοτρόπου ορμόνης (ACTH) στην αδενο-υπόφυση.

Προκειμένου λοιπόν να μην υπάρξει καταστολή τoυ HPA άξονα, γίνεται χορήγηση της ανά δεύτερη μέρα, ή παράλληλη χορήγηση ενέσιμης υδροκορτιζόνης.

Μια απερίσκεπτη χρήση της μπορεί να οδηγήσει σε φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια, ή δευτεροπαθή νόσο του Addison.

Τα συμπτώματα αποτελούν κόπωση, υπόταση, υπογλυκαιμία, σύγχυση, κοιλιακά άλγος, ναυτία, εμέτους κεφαλαλγία, λήθαργος.

ΚΟΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΗ

Leave a Reply

%d bloggers like this: