H σωματομεδίνη C, γνωστή και ως αυξητικός παράγοντας της ινσουλίνης, είναι ένα αναβολικό πεπτίδιο με ιδιότητες ανάλογες της σωματοτροπίνης, γνωστής ως αυξητικής ορμόνης. Και οι δύο αυτές πρωτεΐνες αυξάνουν την πρόσληψη αμινοξέων από το μυϊκό κύτταρο. Επιπλέον όμως δρουν και μέσω κυτταρικής υπερπλασίας, δηλαδή πολλαπλασιασμό και αύξηση σε κυτταρικό επίπεδο.
Το πλεονέκτημα με τον IGF1 αποτελεί το γεγονός ότι αναπλάθει το συνδετικό ιστό και τις αρθρικές επιφάνειες, τους χόνδρους.
Όμως έχει και ανάλογες βιογενετικές ιδιότητες με την ινσουλίνη, δεδομένου πως προκαλούν αύξηση της πρόσληψης γλυκόζης και σχηματισμό μυϊκού γλυκογόνου, μέσω ενεργοποίησης της γλυκογονικής συνθάσης από το ηπατοκύτταρο.
Η σωματομεδίνη απελευθερώνεται από το ηπατικό παρέγχυμα σε δύο περιπτώσεις, 1) μετά από ένα γεύμα, όπου υπάρχει και υπερέκκριση ινσουλίνης και 2) μετά από εξωγενή χορήγηση HGH. Χορηγείται ιατρογενώς σε νανισμό και καθυστερημένη ανάπτυξη γενικότερα με καχεξία. Αυτό που είναι ενδιαφέρον αποτελεί το γεγονός πως εξωγενής χορήγηση IGF1 μπλοκάρει την ενδογενή απελευθέρωση HGH από την αδενουπόφηση.
Αυτό εξηγείται διότι το πεπτίδιο της σωματομεδίνης ενεργοποιεί τον αναστολέα έκκρισης σωματοτροπίνης (GHRIH) από τον υποθάλαμο.
Η ινσουλίνη και η σωματομεδίνη προκαλούν υπογλυκαιμία, σε αντίθεση με τη σωματοτροπίνη που προκαλεί υπεργλυκαιμία, αφού έχει αντίθετη δράση στο μεταβολισμό των υδατανθράκων.
Έτσι η Α.Ο κάνει λιπόλυση, αλλά σε χρόνια βάση οδηγεί στην αύξηση της αντίστασης στην ινσουλίνη και προοδευτικά την εδραίωση του σακχαρώδους διαβήτη μη ινσουλινοεξαρτώμενου τύπου 2.
Το γεγονός ότι η ινσουλίνη προάγει τη χρόνια φλεγμονώδη διαδικασία της παχυσαρκίας και του μεταβολικού συνδρόμου, καταλήγει στο συμπέρασμα πως 1) αύξηση ινσουλίνης (και σωματομεδίνης) από αυξημένες θερμίδες και 2) κατάχρηση σωματοτροπίνης οδηγούν σε ογκογενέσεις. Ως γνωστόν η καρκινογένεση αποτελεί την εξέλιξη μιας χρόνιας φλεγμονώδους κατάστασης. Και επιπλέον η βάση της νεοπλασίας είναι ο πολλαπλασιασμός των κυττάρων, κάτι που και τα δύο πεπτίδια κάνουν.
Η κατάχρηση σωματοτροπίνης οδηγεί σε υπερέκκριση σωματομεδίνης από το ηπατικό παρέγχυμα. Το πεπτίδιο C απαντάται σε υψηλή συγκέντρωση σε νεοπλασίες και όγκους ήπατος, πνεύμονα και ωοθηκών.
Είναι εύλογο λοιπόν, πως η χρόνια χρήση, αλλά και η δοσολογική κατάχρηση αυξητικής ορμόνης, ελαττώνει το προσδόκιμο επιβίωσης.
Λαμβάνοντας υπόψιν και το γεγονός ότι η υπερέκκριση ινσουλίνης (και IGF1 ως επακόλουθο) οδηγεί στο μεταβολικό σύνδρομο, μια χρόνια φλεγμονώδη διαδικασία, συμπεραίνουμε πως αυξημένες θερμίδες και αυξημένες δοσολογίες HGH οδηγούν σε καρκίνους, ως επακόλουθο της χρόνιας φλεγμονής.
Είναι γνωστό επίσης ότι η βάση της καρκινογένεσης αποτελεί ο φρενήρης πολλαπλασιασμός των κυττάρων.
Tόσο η αυξητική ορμόνη, όσο και ο αυξητικός παράγοντας της ινσουλίνης, βασίζονται στην κυτταρική υπερπλασία.
Υπερπαραγωγή ινσουλίνης οδηγεί σε αύξηση προσταγλανδινών και απελευθέρωση σε κυτταροκίνες, που αποτελούν φλεγμονώδη στοιχεία. Παρομοίως και η κατάχρηση HGH αυξάνει τις πιθανότητες μετάλλαξης των προ-ογκογονιδίων σε ογκογονίδια, έμμεσα διαμέσου αύξησης της σωματομεδίνης.