Η μυϊκή ανάπτυξη χωρίζεται στη σαρκοπλασματική υπερτροφία, όπου αυξάνεται το μέγεθος του μυϊκού κυτταροπλάσματος και στη μυο-ινιδιακή υπερτροφία, όπου αυξάνεται η διάμετρος της μυϊκής ίνας, κάτι που μικροσκοπικά αποδεικνύεται με εγκάρσια διατομή της μυϊκής ίνας και τα περισσότερα νημάτια πρωτεϊνών ακτίνης & μυοσίνης.
Αυτό αυξάνει τελικά το πάχος των μυών και τους προσδίδει τη λεγόμενη μυϊκή πυκνότητα. Η μυο-ινιδιακή υπερτροφία επιτυγχάνεται με τις μέγιστες επαναλήψεις 1-2, όπου αυξάνεται η δύναμη και η ισχύς.
Σε αυτή τη διαδικασία συμμετέχουν και τα λεγόμενα δορυφορικά κύτταρα, που ενίοτε μπορεί να οδηγήσει στη μυϊκή υπερπλασία, εφόσον συμμετέχουν και εξωγενείς αυξητικοί παράγοντες.
Συνήθως αθλητές της σωματοδόμησης που ξεκίνησαν από αγώνες δύναμης, αποκτούν μεγάλη μυϊκή πυκνότητα και έχουν χοντρούς μυς.
Οι δε αρσιβαρίστες δεν αποσκοπούν στη μυϊκή ανάπτυξη, αλλά στη μέγιστη δύναμη και τα ρεκόρ-επιδόσεις.
Η αντοχή στη δύναμη απαιτεί αυξημένο αριθμό επαναλήψεων με συγκεκριμένο φορτίο και μικρό χρόνο ανάπαυσης.
Χαρακτηριστική άσκηση είναι τα push-ups, όπου οι bodybuilders δεν είναι προσαρμοσμένοι σε αυτό αναγκαία.
Οι αυξημένες επαναλήψεις >15 οδηγούν στη μυϊκή αιμάτωση και προωθούν το μυϊκό διαχωρισμό, μέσω μιας έμμεσης απογλυκογόνωσης.
Όμως ούτε αυτό δεν αποτελεί απαραίτητο παράγοντα για τη μυϊκή ανάπτυξη.
Όσο λιγότερο είναι το φορτίο της αντίστασης, τόσο πιο αργά πρέπει να εκτελείται η άσκηση και κυρίως το αρνητικό-έκκεντρο σκέλος της, προκειμένου να διατηρηθεί ένα ικανοποιητικό επίπεδο προπονητικής έντασης.
Οι μυϊκές ίνες που ανταποκρίνονται σε αρκετές επαναλήψεις, είναι οι βραδείας συστολής με αναπτυγμένη αντοχή, λόγω υψηλής περιεκτικότητας σε μυοσφαιρίνη και λιγότερο σε φωσφοκρεατίνη, τριφωσφορική αδενοσίνη και μυϊκό γλυκογόνο.
Οι κνήμες και οι πήχεις ανήκουν σε αυτές.